Διαβήτης Κύησης

Δωρεάν Σεμινάριο Για Τον ΔιαβήτηHTML5 Icon    Δωρεάν Διάγνωση και Θεραπεία για τον ΠροδιαβήτηHTML5 Icon

Ο Διαβήτης Κύησης προσβάλει το 10% των κυήσεων. Αν έχεις κοντινούς συγγενείς που πάσχουν από Διαβήτη Τύπου 2, έχεις λίγα κιλά παραπάνω, η έχεις προχωρημένη ηλικία,   μπορεί να αναπτύξεις Διαβήτη Κύησης.

Θα πρέπει να βρίσκεσαι σε εγρήγορση να προσέχεις την διατροφή σου και να κάνεις τη καμπύλη γλυκόζης την 25η εβδομάδα της κύησης.

Αν είχες προηγούμενη διαβητική κύηση θα πρέπει να κάνεις έλεγχο πριν μείνεις έγκυος.

Αν γνωρίζεις ότι έχεις προ-Διαβήτη, θα πρέπει να τον θεραπεύσεις πριν μείνεις έγκυος

Αν έχεις ήδη Διαβήτη και θέλεις να μείνεις έγκυος, θα πρέπει να ρυθμίσεις απόλυτα το σάκχαρο σου, από πριν.

Υψηλό σάκχαρο στο πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ανωμαλίες στην ανάπτυξη του παιδιού.

Υψηλό σάκχαρο στο τρίτο τρίμηνο, προκαλεί αυξημένο βάρος στο έμβρυο, κάτι που μπορεί να προκαλέσει επιπλοκές κατά τον τοκετό, τόσο στο παιδί όσο και στην μητέρα. Επίσης ένα παιδί που γεννιέται με αυξημένο βάρος αντιμετωπίζει προβλήματα μεταβολισμού όταν μεγαλώσει.

Η προσεγμένη διατροφική προσέγγιση μπορεί να ρυθμίσει τον Διαβήτη Κύησης, κάποιες φορές όμως είναι απαραίτητη η χρήση ινσουλίνης.

Ο Διαβήτης Κύησης υποχωρεί πλήρως μετά τον τοκετό

Οι γυναίκες που αναπτύσσουν Διαβήτη Κύησης οφείλουν να κάνουν καμπύλη γλυκόζης 4 εβδομάδες μετά τον τοκετό, για να βεβαιωθούν ότι έχουν θεραπευτεί.

Επίσης οι γυναίκες που αναπτύσσουν Διαβήτη Κύησης θα πρέπει να κάνουν εξετάσεις κάθε χρόνο, γιατί διατρέχουν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης Διαβήτη Τύπου 2, στην μετέπειτα ζωή τους.

Στο Ιατρείο μπορείς να εκτιμήσεις τον κίνδυνο να αναπτύξεις Διαβήτη Κύησης και να προστατευτείς.

Μπορείς να θεραπεύσεις τον προ-Διαβήτη σου, πριν μείνεις έγκυος.

Μπορείς να ρυθμίσεις το σάκχαρό σου κατάλληλα, αν ήδη έχεις Διαβήτη

Μπορείς να εκπαιδευτείς να τρως σωστά και να υπολογίζεις την δόση της ινσουλίνης όταν χρειάζεται.

Μπορείς να ελεγχθείς μετά τον τοκετό για να βεβαιωθείς ότι ο Διαβήτης Κύησης υποχώρησε πλήρως.

Μπορείς να κάνεις τσεκ απ κάθε χρόνο για να ελέγχεις την πορεία του μεταβολισμού σου.

 

 

  • Όρισμός για τον Διαβήτη Κύησης
    Ο Διαβήτης Κύησης ορίζεται ως η διαταραχή στο μεταβολισμό της γλυκόζης σε διάφορους βαθμούς, η οποία εμφανίζεται για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της κύησης. Μετά την κύηση η μητέρα βρίσκεται σε αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξει Διαβήτη Τύπου 2.
  • Έλεγχος για τον Διαβήτη Κύησης
    Ο έλεγχος 2 βημάτων συνιστάται για την διερεύνηση του Διαβήτη Κύησης:

    • Λήψη 50 γραμμαρίων γλυκόζης και μέτρηση σακχάρου την 1η ώρα

    Εάν το παραπάνω τεστ είναι παθολογικό τότε

    • Λήψη 100 γραμμαρίων γλυκόζης και μέτρηση σακχάρου για 3 ώρες

    Η US Preventive Services Task Force (USPSTF) συνιστά να γίνεται έλεγχος για Διαβήτη Κύησης την 24η εβδομάδα της κύησης.

  • Διαβήτης Τύπου 1
    Η νόσος συνήθως διαγιγνώσκεται σε μικρές ηλικίες με την εμφάνιση οξέων συμπτωμάτων, όπως υπεργλυκαιμία, κέτωση, αφυδάτωση.

    Η ασθένεια μπορεί σπανίως να εμφανισθεί κατά τη διάρκεια της κύησης, κυρίως με τη ανάπτυξη ενός ανεξήγητου κώματος. Μια εγκυμοσύνη σε πρώιμο στάδιο του Διαβήτη Τύπου 1 μπορεί να προκαλέσει επιτάχυνση της εμφάνισης του.

  • Διαβήτης Τύπου 2
    Σύμφωνα με την American Diabetes Association’s «Standards of Medical Care in Diabetes—2010 η παρουσία ενός από τα παρακάτω κριτήρια βάζει την διάγνωση του Διαβήτη:

    Γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c)=6,5%

    Γλυκόζη νηστείας=>126 mg/dl

    2 ώρες μετά τη λήψη 75 γρ, γλυκόζης= 200 mg/dl

    Τυχαία μέτρηση σακχάρου= 200 mg/dl σε ασθενείς με κλασικά συμπτώματα υπεργλυκαιμίας.

  • Προδιαβήτης
    Οι γυναίκες που έχουν προδιαβήτη πριν την κύηση έχουν πολύ αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν Διαβήτη Κύησης. Αυτές  οι γυναίκες θα πρέπει να ελέγχονται για διαβήτη κύησης από το πρώτο τρίμηνο.

    Προδιαβήτη έχουν όσοι παρουσιάζουν ένα από τα παρακάτω κριτήρια:

    Γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c)= 5,7-6,4%

    Γλυκόζη νηστείας= 100-125 mg/dl

    2 ώρες μετά τη λήψη 75 γρ, γλυκόζης= 141- 199 mg/dl

  • Εξετάσεις μετά την διάγνωση του Διαβήτη Κύησης
    Μετά την διάγνωση του Διαβήτη η έγκυος γυναίκα θα πρέπει να κάνει περισσότερες εξετάσεις, για να διατηρήσει τον έλεγχο και να αποφύγει τις επιπλοκές. Οι εξετάσεις ανά τρίμηνο είναι:

    Πρώτο Τρίμηνο:

    • HbA1c
    • Ουρία
    • Κρεατινίνη
    • TSH
    • Free T4
    • Εξέταση ούρων για τον λόγο πρωτεΐνη/κρεατινίνη
    • Μετρήσεις σακχάρου

    Δεύτερο Τρίμηνο

    • Εξέταση ούρων για τον λόγο πρωτεΐνη/κρεατινίνη, για τις γυναίκες που είχαν αυξημένες τιμές στο πρώτο τρίμηνο
    • Επανάληψη HbA1c
    • Μετρήσεις σακχάρου

    Υπερηχογράφημα

    Πρώτο Τρίμηνο: εκτίμηση χρονολόγησης και βιωσιμότητας

    Δεύτερο Τρίμηνο: λεπτομερής ανατομική εκτίμηση μεταξύ 18-20 εβδομάδες και εμβρυικό ηχοκαρδιογράφημα εάν η γλυκοαιμοσφαιρίνη της μητέρας ήταν αυξημένη στο πρώτο τρίμηνο.

    Τρίτο Τρίμηνο: εκτίμηση εμβρυικού μεγέθους κάθε 4-6 εβδομάδες από την 26 εβδομάδα, στις γυναίκες με προ υπάρχων Διαβήτη. Επίσης εκτίμηση μεγέθους την 36η εβδομάδα για τις γυναίκες που ανέπτυξαν Διαβήτη Κύησης.

    Ηλεκτροκαρδιογράφημα

    Εάν η μητέρα έχει γνωστές μικροαγγειακές επιπλοκές θα πρέπει να κάνει ηλεκτροκαρδιογράφημα και υπέρηχο καρδιάς στην αρχή της κύησης.

  • Διαχείρηση

    Δίαιτα

    Θα πρέπει να αποφεύγονται τα μεγάλα γεύματα και η συγκέντρωση σε αυτά απλών υδατανθράκων. Η δίαιτα θα πρέπει να περιλαμβάνει πολλούς σύνθετους υδατάνθρακες όπως φρούτα, δημητριακά και όσπρια.

    Ινσουλίνη

    Η χρήση της ινσουλίνης έχει στόχο την επίτευξη τιμών σακχάρου στο αίμα, παρόμοιες με αυτές που παρατηρούνται σε μη-διαβητικές κυήσεις. Στον Διαβήτη Κύησης έγκαιρη χρήση της ινσουλίνης πετυχαίνει καλύτερα αποτελέσματα, όταν η δίαιτα αποτυγχάνει να διατηρήσει τα επιθυμητά επίπεδα σακχάρου.

    Γλυπουρίδη και Μετφορμίνη

    Πρόκειται για δύο φαρμακευτικές ουσίες που χορηγούνται με την μορφή δισκίων. Έχει φανεί ότι μπορούν να βοηθήσουν στην ρύθμιση του σακχάρου, κατά την διάρκεια της κύησης, χωρίς να προκαλούν βλάβες στο έμβρυο.

    Εμβρυικά Τεστ

    Υπάρχει μια ποικιλία βιοφυσικών τεστ που μπορούν να εκτιμήσουν την υγεία του εμβρύου, όπως η καλή οξυγόνωση του, τον ρυθμό της καρδιάς, την κινητικότητα, υπερηχογραφικά βιοφυσικά σκορ και Ντομπλερ εμβρυικών αγγείων.

    Διαχείριση του νεογνού

    Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για ένα νεογνό Διαβητικής κύησης είναι η υπογλυκαιμία. Θα πρέπει να γίνεται συχνός έλεγχος σακχάρου στο έμβρυο και να τραφεί εγκαίρως από το στόμα. Αν η θρέψη του δεν μπορέσει να θεραπεύσει την υπογλυκαιμία, θα πρέπει να δοθεί γλυκόζη ενδοφλέβια.

  • Διαβήτης Κύησης
    Διαταραχή στον μεταβολισμό της γλυκόζης συμβαίνει στο 10% των κυήσεων. Ως Διαβήτης κύησης ορίζεται η διαταραχή στο μεταβολισμό της γλυκόζης, η οποία εμφανίζεται για πρώτη φορά στο τρίτο τρίμηνο της κύησης και αφορά στο 90% των Διαβητικών Κυήσεων.

    Η μεγάλη αύξηση της συχνότητας του Διαβήτη σε όλο και μικρότερες ηλικίες, έχει σαν αποτέλεσμα πολλές γυναίκες να έχουν Διαβήτη στην αρχή της κύησης, χωρίς ακόμα να το γνωρίζουν. Υπολογίζεται το 8% των διαβητικών κυήσεων αφορά γυναίκες με προϋπάρχοντα διαβήτη τύπου 2 και αυτό μεταφράζεται στο 1% όλων των κυήσεων.

    Μελέτες δείχνουν ότι οι γυναίκες που είχαν Διαβήτη Κύησης παρουσιάζουν μεταβολικές διαταραχές για τα επόμενα 3 χρόνια μετά τον τοκετό. Ακόμα περισσότερο η δυσγλυκαιμία παραμένει για γυναίκες που έχουν οικογενειακό ιστορικό διαβήτη και είναι υπέρβαρες. Ο θηλασμός φαίνεται ότι βελτιώνει τον μεταβολισμό της γυναίκας.

    Επίσης ιατρικοί χειρισμοί μπορεί να προκαλέσουν Διαβήτη Κύησης, όπως η χορήγηση προληπτικά για τον πρόωρο τοκετό της ουσίας 17 alpha-hydroxyprogesterone caproate

    Ο Διαβήτης Κύησης είναι πιο συχνοί σε ορισμένους πληθυσμούς. Η μαύρη φυλή, Ισπανίδες, Ιθαγενείς Αμερικανίδες και Ασιάτισσες έχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης Διαβήτη Κύησης. Αυτές οι φυλές ενδέχεται να αναπτύξουν Διαβήτη Τύπου 2 μέσα στα επόμενα 5 χρόνια.

    Επίσης διαφορετικές φυλές έχουν και διαφορετικές συχνότητες σε επιπλοκές. Για παράδειγμα τα έμβρυα της μαύρης φυλής παρουσιάζουν μικρότερα ποσοστά μακροσωμίας για τις ίδιες τιμές σακχάρου, από αυτά της λευκής φυλής.

    Τα έμβρυα που μεγαλώνουν σε μια διαβητική κύηση έχουν διπλάσιο κίνδυνο για να τραυματισθούν κατά τον τοκετό, τριπλάσια πιθανότητα διενέργειας καισαρικής τομής και τετραπλάσια πιθανότητα να οδηγηθούν στην εντατική μονάδα νεογνών μετά τον τοκετό.

    Η αυξημένη νοσηρότητα των νεογνών σε μια διαβητική κύηση απαιτεί έγκαιρη διάγνωση και αποτελεσματική θεραπεία.

    Η εκπαίδευση των γυναικών για τον διαβήτη της κύησης είναι πολύ σημαντικό να γίνεται. Σε κάθε στάδιο της κύησης υπάρχουν διαφορετικά αντικείμενα στα οποία θα πρέπει να εξοικειώνονται οι γυναίκες.

    Ο μεταβολισμός μητέρας-εμβρύου στην φυσιολογική κύηση

    Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης κάθε γεύμα ενεργοποιεί ένα σύμπλεγμα ορμονών, που περιλαμβάνει την ινσουλίνη, το γλουκαγόνο, τη σωματομεδίνη, κατεχολαμίνες.

    Σε σχέση με τις μη-έγκυες γυναίκες, η γυναίκες που κυοφορούν τείνουν να αναπτύσσουν υπογλυκαιμία (γλυκόζη: 65-75 mg/dl), μεταξύ των γευμάτων και κατά τη διάρκεια του ύπνου. Αυτό συμβαίνει γιατί το έμβρυο συνεχίζει να τραβά γλυκόζη από το αίμα της γυναίκας, ακόμα και την περίοδο της νηστείας. Η τάση για υπογλυκαιμία αυξάνεται όσο προχωρά η εγκυμοσύνη, καθώς οι απαιτήσεις για γλυκόζη από το έμβρυο αυξάνεται.

    Τα επίπεδα των πλακουντιακών ορμονών αυξάνονται γραμμικά στο δεύτερο και τρίτο τρίμηνο. Οι συγκεκριμένες ορμόνες προκαλούν αυξημένες αντιστάσεις στη δράση της ινσουλίνης και έτσι οι ανάγκες σε ινσουλίνη αυξάνονται. Στο τρίτο τρίμηνο η μέση 24ωρη ινσουλίνη αυξάνεται κατά 50%, σε σχέση με την προ κυήσεως κατάσταση.

    Ο μεταβολισμός μητέρας-εμβρύου στον Διαβήτη

    Εάν η ανταπόκριση του παγκρέατος στις αυξημένες απαιτήσεις ινσουλίνης δεν είναι ικανοποιητική τότε εμφανίζεται υπεργλυκαιμία, τόσο στη μητέρα, όσο και στο έμβρυο. Συνήθως αυτή η υπεργλυκαιμία εμφανίζεται μετά τα γεύματα και προκαλεί αύξηση στο μέγεθος του εμβρύου. Ο λόγος είναι διότι η υπεργλυκαιμία προκαλεί αυξημένη έκκριση ινσουλίνης, η οποία είναι αναβολική ορμόνη και προκαλεί αυξημένη συσσώρευση θρεπτικών συστατικών στο έμβρυο και αύξηση του μεγέθους, πέραν του δέοντος, δηλαδή μακροσωμία. Η γλυκόζη που συσσωρεύεται στο έμβρυο μετατρέπεται σε λίπος. Η μετατροπή αυτή απαιτεί οξυγόνο, με αποτέλεσμα το έμβρυο να βιώνει επεισόδια μειωμένης συγκέντρωση οξυγόνου, δηλαδή υποξίας.

    Τα επεισόδια εμβρυικής υποξίας προκαλούν έκκριση κυμάτων κατεχολαμινών από τα επινεφρίδια, τα οποία με τη σειρά τους προκαλούν υπέρταση, καρδιακή υπερτροφία, αύξηση στην έκκριση της ερυθροποιητίνης, υπερπλασία του μυελού και αυξημένο αιματοκρίτη.  Πολυερυθραιμία, μια κατάσταση αυξημένου αιματοκρίτη (Ht>65%) συμβαίνει στο 5-10% των νεογνών διαβητικών κυήσεων. Αυτό το εύρημα σχετίζεται με την κακή ρύθμιση του σακχάρου και τα επεισόδια υποξίας στο έμβρυο, κατά τη διάρκεια της κύησης. Η πολυερυθραιμία προκαλεί μειωμένη αιματική ροή και αυξημένο ίκτερο μετά τον τοκετό.

    Κατά τη διάρκεια μιας υγειούς εγκυμοσύνης, ο μέσος όρος της γλυκόζης μειώνεται αρκετά, περίπου στο 74 mg/dl. Μετά το γεύμα η γλυκόζη σπάνια φτάνει το 120 mg/dl. Σε μια διαβητική κύηση όταν το σάκχαρο παραμένει χαμηλά δεν υπάρχει πρόβλημα. Όταν όμως 2 ώρες μετά το γεύμα το σάκχαρο ξεπερνά το 120 mg/dl, περίπου το 20% των εμβρύων εμφανίζει μακροσωμία. εάν το σάκχαρο ξεπερνά το 160 mg/dl, η πιθανότητα μακροσωμίας φτάνει το 35%.

  • Η Νοσηρότητα της μητέρας

    Διαβητική Αμφιβληστροειδοπάθεια

    Η Διαβητική Αμφιβληστροειδοπάθεια είναι η κύρια αιτία τύφλωσης στις γυναίκες ηλικίας 24-64 ετών. Πιο συχνή είναι στις γυναίκες που πάσχουν από Διαβήτη Τύπου 1, για περισσότερο από 25 χρόνια και από αυτές η 1 στις 5 είναι σχεδόν τυφλές. Κατά τη διάρκεια της κύησης παρατηρείται μια επιδείνωση στην Διαβητική Αμφιβληστροειδοπάθεια, η οποία όμως φαίνεται να υποχωρεί μετά τον τοκετό και να επανέρχεται στην προ-κυήσεως κατάσταση, μετά από 6 μήνες.

    Θεωρείται ότι ο γρήγορος έλεγχος του σακχάρου στο πρώτο τρίμηνο της κυήσεως ενεργοποιεί την νεοαγγειογένεση στον αμφιβληστροειδή. Η επιδείνωση αυτή φαίνεται να σταθεροποιείται όσο ο έλεγχος του σακχάρου παραμένει εξαιρετικός στο υπόλοιπο της κυήσεως. Μάλιστα οι καλά ρυθμισμένες έγκυες έχουν καλύτερη οφθαλμολογική εικόνα, σε σχέση με τι μη-έγκυες, για το ίδιο χρονικό διάστημα.

    Θα πρέπει να γίνεται οφθαλμολογική εκτίμηση στο πρώτο τρίμηνο.

    Νεφρική νόσος

    Οι γυναίκες που έχουν νεφρική νόσο, θα πρέπει να περιμένουν μια κάποιου βαθμού επιδείνωση στην νεφρική τους λειτουργία, κατά τη διάρκεια της κύησης. Σε αυτή τη φάση η πειραματική διήθηση αυξάνεται από 30% έως 50%, με αποτέλεσμα και ο βαθμός της πρωτεϊνουρίας να αυξάνεται. Η κύηση από την άλλη δεν φαίνεται να επιταχύνει την μετάβαση της νεφρικής νόσου στο στάδιο της τελικού σταδίου νεφρικής νόσου. Ανεξάρτητα από την κύηση ο χρόνος εξέλιξης της νεφρικής νόσου εξαρτάται από τη διάρκεια του διαβήτη και τον βαθμό της γλυκαιμικής ρύθμισης.

    Οι περιγενετικές επιπλοκές αυξάνονται στις γυναίκες με νεφρική νόσο. Οι πιο συνηθισμένες είναι ο πρόωρος τοκετός, μειωμένη ανάπτυξη του εμβρύου και η προεκλαμψία. Οι επιπλοκές φαίνεται ότι είναι αυξημένες ακόμα και μετά από νεφρική μεταμόσχευση σε γυναίκες που μένουν έγκυες.

     

    Αρτηριακή Υπέρταση

    Η χρόνια υπέρταση εμπλέκει την 1 στις 10 διαβητικές εγκυμοσύνες. Οι γυναίκες που πάσχουν από διαβήτη κύησης έχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης υπέρτασης. Επίσης αν συνυπάρχει διαβητική Αμφιβληστροειδοπάθεια, ή νεφρική νόσο, ο κίνδυνος αυτός αυξάνεται ακόμα περισσότερο. Υπολογίζεται ότι το 40% των γυναικών αυτών έχουν υπέρταση. Οι γυναίκες που εμφανίζουν υπέρταση και διαβήτη στην κύηση έχουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν μειωμένη ανάπτυξη του εμβρύου, προεκλαμψία, αποκόλληση του πλακούντα και εγκεφαλικό επεισόδιο στην μητέρα.

    Η προεκλαμψία περιλαμβάνει μεγάλη αύξηση της πίεσης, σημαντική πρωτεϊνουρία, αύξηση του ουρικό οξέως περισσότερο από 6 mg/dl, ενδείξεις αιμόλυσης, αυξημένες τιμές τρανσαμινασών και θρομβοπενία (σύνδρομο HELLP). H προεκλαμψία είναι πιο συχνή στις διαβητικές κυήσεις (12%), σε σχέση με τις μη-διαβητικές (8%). Ο κίνδυνος της προεκλαμψίας αυξάνεται επίσης με την αυξημένη διάρκεια του διαβήτη. Για τις γυναίκες που έχουν υπέρταση και διαβήτη πριν την κύηση υπάρχει δυσκολία στη διάγνωση της προεκλαμψίας.

    Ο ρυθμός εμφάνισης της προεκλαμψίας σχετίζεται με το επίπεδο του γλυκαιμικού ελέγχου. Όταν η γλυκόζη νηστείας είναι <105 mg/dl το ποσοστό προεκλαμψίας είναι 7,8%, ενώ όταν η γλυκόζη νηστείας είναι >105 mg/dl, το ποσοστό της προεκλαμψίας ανέρχεται στο 13,8%. Επίσης σημαντική σχέση υπάρχει μεταξύ της εμφάνισης της προεκλαμψίας και του αυξημένου ΒΜΙ.

  • Νοσηρότητα του εμβρύου

    Αποβολή

    Σε όλες τις γυναίκες με προϋπάρχοντα διαβήτη έχουν πιθανότητα αποβολής της τάξεως του 9-14%. Υπάρχει σημαντική σχέση μεταξύ του επιπέδου της ρύθμισης του σακχάρου, πριν την εγκυμοσύνη και την πιθανότητα αποβολής. Η πιθανότητα αυτή μπορεί να διπλασιαστεί αν ο διαβήτης είναι αρρύθμιστος. Στις ακραίες περιπτώσεις που η γλυκοζυλιωμένη είναι 11%, πιθανότητα αποβολής είναι 44%. Αντίθετα η ρύθμιση πριν την γονιμοποίηση μειώνει δραματικά την πιθανότητα αποβολής.

    Γενετικές ανωμαλίες

    Στον γενικό πληθυσμό οι γενετικές ανωμαλίες εμφανίζονται σε ποσοστό 1-2%. Στις γυναίκες που έχουν διαβήτη η πιθανότητα των γενετικών επιπλοκών οχταπλασιάζεται. Οι αναφορές δείχνουν ότι το ποσοστό των γενετικών ανωμαλιών σε γυναίκες με διαβήτη φθάνει το 18%, το οποίο πέφτει στο επίπεδο του 5,1 μετά από μια επιθετική γλυκαιμική ρύθμιση.

    Τα 2/3 των γενετικών ανωμαλιών αφορούν σε καρδιακές ανωμαλίες και ανωμαλίες του νευρικού συστήματος. Επίσης, συχνές είναι οι ανωμαλίες γενετικές, γαστρεντερικές και σκελετικές.

    Συγκεκριμένα, όταν η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη είναι <8,5% οι γενετικές ανωμαλίες ανέρχονται στο 3,4%, ενώ όταν η ρύθμιση είναι χειρότερη με γλυκοζυλιωμένη >8,5% το ποσοστό ανέρχεται σε 22,4%.

    Γενικά, όταν η ρύθμιση είναι καλή με γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη <7% το ποσοστό των γενετικών ανωμαλιών είναι περίπου ίδιο με τις μη-διαβητικές γυναίκες.

     

    Μειωμένη ανάπτυξη

    Πολύ συχνή είναι η μειωμένη ανάπτυξη του εμβρύου στις γυναίκες με διαβήτη Τύπου 1. Ο πιο ενδεικτικός δείκτης πρόβλεψης της μειωμένης ανάπτυξης του εμβρύου είναι η προ υπάρχουσα ύπαρξη αγγειακών βλαβών στην μητέρα. Ειδικότερα οι γυναίκες που λόγω του διαβήτη έχουν αμφιβληστροειδοπάθεια, νεφρική νόσο και χρόνια υπέρταση βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο, για μειωμένη ανάπτυξη στα έμβρυα τους.

    Παχυσαρκία

    Η συσσώρευση του λίπους στο έμβρυο συνήθως διατηρείται και στη παιδική ηλικία και την ενήλικο ζωή. Η παχυσαρκία της μητέρας, κατά τη διάρκεια της κύησης φαίνεται να επηρεάζει και το βάρος του εμβρύου. Περίπου το 30% των εμβρύων σε διαβητικές κυήσεις έχουν μεγαλύτερο βάρος για την ηλικία τους.

    Στις γυναίκες με διαβήτη κύησης, που κερδίζουν αρκετό βάρος, αυξάνεται η πιθανότητα να γεννηθούν παιδιά με μεγάλο βάρος, με πρόωρο τοκετό, ή να γεννηθούν με καισαρική τομή. Αντίθετα μπορεί να γεννηθεί παιδί με μικρότερο για την ηλικία του βάρος σε γυναίκες με διαβήτη κύησης, που δεν έχουν κερδίσει ικανοποιητικό βάρος, κατά τη διάρκεια της κύησης.

    Μέσω της διενέργειας υπερηχογραφήματος διαπιστώνεται, ότι στις γυναίκες με διαβήτη κύησης, ο ρυθμός αύξησης της κοιλιακής περιφέρειας είναι πολύ μεγαλύτερος από αυτές των μη-διαβητικών κυήσεων. Επίσης, μεγαλύτερη είναι η περιφέρεια του κεφαλιού και του μηριαίου οστού. Ειδικότερα, η περιφέρεια της κοιλιάς αυξάνεται ραγδαία μετά την 24 εβδομάδα.

    Μακροσωμία

    Η μακροσωμία ορίζεται ως η γέννηση του μωρού στην 90η μοίρα του βάρους και περισσότερο, ή πιο απλά περισσότερο από 4 κιλά. Η μακροσωμία συμβαίνει από 15% ως 45% στις διαβητικές κυήσεις, κάτι που εξαρτάται από το επίπεδο ρύθμισης του σακχάρου.

    Η παχυσαρκία της μητέρας είναι ισχυρός και ανεξάρτητος παράγοντας για την ανάπτυξη μακροσωμίας. Το βάρος της γέννησης εξαρτάται από πολλούς παράγοντες που προέρχονται από την μητέρα, όπως η υπεργλυκαιμία, η ηλικία της κύησης κατά τον τοκετό, το προ-κυήσεως ΒΜΙ της μητέρας, η αύξηση του βάρους της μητέρας κατά τη διάρκεια της κύησης, το ύψος της μητέρας, η παρουσία υπέρτασης και το κάπνισμα.

    Οι πολύ παχύσαρκες γυναίκες έχουν το διπλάσιο κίνδυνο να αναπτύξουν μακροσωμία στα έμβρυα τους, σε αντίθεση με τις λεπτές γυναίκες. Αυτό εξηγεί το γεγονός ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν αρκεί η ρύθμιση του σακχάρου για να αποφευχθεί η μακροσωμία.

    Δεν γνωρίζουμε ακριβώς αν η μακροσωμία οφείλεται στο υψηλό σάκχαρο νηστείας ή στα υψηλά μεταγευματικά σάκχαρα. Οι μελέτες δείχνουν ότι μάλλον η μακροσωμία σχετίζεται περισσότερο με το μέσο όρο των μεταγευματικών σακχάρων στο δεύτερο και τρίτο τρίμηνο. Όταν ο μέσος όρος των μεταγευματικών σακχάρων είναι κάτω από 120 mg/dl, περίπου το 20% των εμβρύων θα έχουν μακροσωμία. αν ο μέσος όρος φτάσει το 160 mg/dl, το ποσοστό της μακροσωμίας φτάνει στο 35%.

    Η μακροσωμία σχετίζεται με αυξημένα ποσοστά νοσηρότητας των νηπίων, τα οποία έχουν 5 φορές υψηλότερο κίνδυνο για σοβαρή υπογλυκαιμία  και διπλάσιο κίνδυνο για παρατεταμένο ίκτερο, σε σχέση με τις μη-διαβητικές κυήσεις.

    Το έμβρυο που έχει μακροσωμία έχει συγκεκριμένο τύπο ανάπτυξης και η συσσώρευση λίπους συμβαίνει κυρίως υποδορίως στη κοιλιακή χώρα και μεσοπλάτια. Η σκελετική ανάπτυξη φαίνεται να μην επηρεάζεται.

    Τα νήπια των διαβητικών μητέρων έχουν μεγαλύτερη περιφέρεια ώμων και άκρων και μειωμένη αναλογία κεφαλής/ώμων. Επίσης έχουν περισσότερη συγκέντρωση λίπους, παχύτερο δέρμα στα άνω άκρα σε σχέση με μη διαβητικές κυήσεις για το ίδιο βάρος. Ο κίνδυνος τραυματισμού κατά τον φυσιολογικό τοκετό οφείλεται στην μεγάλη αύξηση των ώμων. Η βλάβη που προκαλείται σε αυτές τις περιπτώσεις είναι η δυστοκία των ώμων και ο τραυματισμός  του βραγχιακού πλέγματος. Υπολογίζεται ότι η αύξηση του μέσου όρου των σακχάρων νηστείας κατά 20 mg/dl, αυξάνει την πιθανότητα για δυστοκία των ώμων στο διπλάσιο.

    Στην αύξηση του βάρους του εμβρύου παίζει σημαντικό ρόλο και η υπερινσουλιναιμία. Όταν μετρήθηκε η συγκέντρωση της ινσουλίνης από τις ομφαλικές φλέβες, βρέθηκε ότι τα παχύτερα έμβρυα είχαν μεγαλύτερες συγκεντρώσεις ινσουλίνης.

    Μεταβολικό σύνδρομο

    Η επίδραση της διαταραχής του μεταβολισμού της γλυκόζης στην κύηση φαίνεται ότι έχει σοβαρή επίδραση στην παιδική και εφηβική ηλικία. Τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν μεγαλύτερες τιμές σακχάρου και ινσουλίνης. Στην ηλικία των 10-16 ετών, τα παιδιά που προήλθαν από μια διαβητική κύηση έχουν διαταραχή ανοχή γλυκόζης, δηλαδή προδιαβήτη, σε ποσοστό 19,3%. Επίσης, σε αυτά τα παιδιά είναι δυνατόν να αναπτυχθεί το πλήρες μεταβολικό σύνδρομο, που περιλαμβάνει την διαταραχή ανοχής της γλυκόζης, τη παχυσαρκία, την υπέρταση και την δυσλιπιδαιμία.

    Καρδιαγγειακοί παράγοντες κινδύνου

    Τα παιδιά που γεννιούνται μετά από μια διαβητική κύηση φαίνεται ότι αναπτύσσουν υψηλότερους δείκτες ενδοθηλιακής βλάβης στα αγγεία, υψηλότερα επίπεδα λεπτίνης, ΒΜΙ, περιφέρεια μέσης, συστολικής πίεσης και μειωμένα επίπεδα αντιπονεκτίνης.

    Νοητική ανάπτυξη

    Ενδείξεις από μελέτες δείχνουν ότι ο διαβήτης κύησης και το χαμηλό κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο σχετίζεται σημαντικά με το κίνδυνο ανάπτυξης ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας, στην ηλικία των 6 ετών.

     

    Περιγενετική θνησιμότητα, νοσηρότητα και τραυματισμοί

    Η περιγενετική θνησιμότητα είναι διπλάσια στις κυήσεις που πάσχουν από διαβήτη, σε σχέση με αυτές που δεν πάσχουν. Οι συγγενείς ανωμαλίες, το σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας και η ακραία προωρότητα είναι οι πιο συχνές αιτίες θανάτου σε μια διαβητική κύηση, για το νήπιο.

    Οι νοσηρότητα αφορά στην ανάπτυξη υπερχολερυθριναιμίας (ίκτερου), υπογλυκαιμίας, αναπνευστικής δυσχέρειας, ταχύπνοιας, υποασβεστιαιμίας, μυοκαρδιοπάθειας, πολυερυθραιμίας. Τα ποσοστά αυτά των καταστάσεων είναι αυξημένα σε μια διαβητική κύηση. Συγκριτικά, σε σχέση με τον τύπου του διαβήτη φαίνονται τα ποσοστά των παραπάνω, στον ακόλουθο πίνακα:

    Νοσηρότητα Διαβήτης Κύησης Διαβήτης Τύπου 1 Διαβήτης Τύπου 2
    Υπερχολερυθριναιμία 29% 55% 44%
    Υπογλυκαιμία 9% 29% 24%
    Αναπνευστική δυσχέρεια 3% 8% 4%
    Ταχύπνοια 2% 3% 4%
    Υποασβεστιαιμία 1% 4% 1%
    Μυοκαρδιοπάθεια 1% 2% 1%
    Πολυερυθραιμία 1% 3% 3%

    * Adapted from California Department of Health Services, 1991

     

     

    Περιγενετικός τραυματισμός

    Οι τραυματισμοί κατά τον φυσιολογικό τοκετό, στις διαβητικές κυήσεις, είναι συνηθισμένοι και κυρίως αφορούν στην δυστοκία των ώμων και τον τραυματισμό του βραγχιακού πλέγματος, λόγω του αυξημένου μεγέθους των εμβρύων.

    Η μεγάλη διάμετρος των ώμων φέρνει δυσκολία στην διάβαση του μωρού από τον κόλπο, με αποτέλεσμα να προκαλείται δυστοκία στους ώμους. Στις μη-διαβητικές κυήσεις η δυστοκία των ώμων ανέρχεται σε ποσοστό 0,3-0,5%, ενώ στον διαβήτη κύησης το ποσοστό ανεβαίνει έως και 4 φορές παραπάνω. Επίσης κατά τον τοκετό μπορεί να συμβεί τραυματισμός στο βραγχιακό πλέγμα, στο προσωπικό νεύρο και να αναπτυχθεί κέφαλο-αιμάτωμα. Με τον καλό γλυκαιμικό έλεγχο φαίνεται ότι το ποσοστό των τραυματισμών μειώνεται λίγο. Με τα σημερινά μέσα δεν μπορούμε να προβλέψουμε αν θα συμβεί κάποιος τραυματισμός κατά τον τοκετό.

    Πολυερυθραιμία

    Η αύξηση του αιματοκρίτη σε επίπεδα του 65%, δεν είναι ασυνήθιστη σε διαβητικές κυήσεις και σχετίζεται σημαντικά με το επίπεδο της γλυκαιμικής ρύθμισης. Η υπεργλυκαιμία προκαλεί διέγερση της ερυθροποιητίνης, λόγω της μείωσης του οξυγόνου, που είναι συνέπεια του αυξημένου μεταβολισμού. Η πολυερυθραιμία μπορεί να προκαλέσει στο νήπιο μειωμένη αιματική ροή, ισχαιμία και έμφρακτα σε ζωτικά όργανα, όπως τα νεφρά και το κεντρικό νευρικό σύστημα.

    Υπογλυκαιμία

    Περίπου το 25% των νεογνών που γεννιούνται μετά από μια διαβητική κύηση παρουσιάζουν υπογλυκαιμία. Η νεογνική υπογλυκαιμία συμβαίνει λιγότερο συχνά όταν η ρύθμιση του σακχάρου είναι καλή κατά τη διάρκεια της κύησης. Αδιάγνωστες υπογλυκαιμίες στα νεογνά μπορεί να οδηγήσουν επιληψία, κώμα και εγκεφαλική βλάβη.

    Νεογνική υποασβεστιαιμία

    Περισσότερο από το 50% των νεογνών από διαβητική κύηση, παρουσιάζουν χαμηλά επίπεδα ασβεστίου (<7 mg/100ml). Ο μηχανισμός της πτώσης του ασβεστίου δεν είναι ακριβώς γνωστός, οφείλεται όμως σε έναν λειτουργικό υποπαραθυρεοειδισμό. Η καλή ρύθμιση του σακχάρου κατά τη διάρκεια της κύησης μπορεί να ρίξει το ποσοστό της νεογνική υποασβεστιαιμίας στο 5%.

    Νεογνική υπερχολυρεθριναιμία (ίκτερος)

    Ο ίκτερος εμφανίζεται στο 25% των νεογνών, από μια διαβητική κύηση, ένα ποσοστό που είναι διπλάσιο από αυτών των μη-διαβητικών κυήσεων. Οι αιτίες του ίκτερου είναι πολλές αλλά η προωρώτητα και η πολυερυθραιμία είναι δύο βασικοί παράγοντες. Η αυξημένη καταστροφή των ερυθρών αιμοσφαιρίων είναι αυτή που απελευθερώνει την χολερυθρίνη και δίνει την κλινική εικόνα του ίκτερου. Η θεραπεία αυτής της κατάστασης περιλαμβάνει φωτοθεραπεία, όμως σε επίμονες καταστάσεις μπορεί να χρειαστεί αφαιμαξομετάγγιση.

    Αναπνευστικά προβλήματα

    Τα μη-διαβητικά έμβρυα καταφέρνουν να ωριμάσουν το αναπνευστικό τους σύστημα την 34η -35η  εβδομάδα. Αντίθετα τα διαβητικά έμβρυα ωριμάζουν το αναπνευστικό σύστημα μετά την 38η εβδομάδα.

    Η καθυστέρηση της ωρίμανσης των πνευμόνων μπορεί να προκαλέσει αναπνευστική δυσχέρεια, η οποία είναι και η πιο συχνή αιτία θανάτου, περιγενετικά. Η καλή ρύθμιση του σακχάρου, κατά τη διάρκεια της κύησης βελτιώνει κατά πολύ την εικόνα.

  • Διερεύνηση για Διαβήτη Κύησης

    Σε μια μελέτη του Mosses at al το 1995 διαπιστώθηκε ότι το 6,7% των κυήσεων ήταν διαβητικές. Οι γυναίκες ηλικίας μεγαλύτερης των 30 ετών παρουσιάζουν διαβήτη κύησης σε ποσοστό 8,5%. Όσες είχαν ΒΜΙ>30kg/m2 το ποσοστό ανέβαινε 12,3% και όσες είχαν οικογενειακό ιστορικό διαβήτη εμφάνιζαν διαβήτη κύησης στο 11,6%. Ένα από τα προηγούμενα ή συνδυασμός όλων μπορεί να προβλέψει κατά 61% την εμφάνιση του διαβήτη κύησης. Στις γυναίκες που δεν είχαν κανέναν από τους προηγούμενους παράγοντες κινδύνου, εμφάνισαν διαβήτη κύησης σε ποσοστό 4,8%. Ένας ακόμη παράγοντας κινδύνου για την εμφάνιση του διαβήτη κύησης είναι η παρουσία υπέρτασης πριν και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Επίσης,  αυξημένη χοληστερίνη και η κατανάλωση αυγών πριν και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης αυξάνουν τον κίνδυνο ανάπτυξης του διαβήτη της κύησης.

    Οι κατευθυντήριες Οδηγίες της Αμερικανικής Διαβητολογικής Εταιρείας

    Οι παρακάτω οδηγίες βασίζονται στην American Diabetes Association «Standards of Medical Care in Diabetes–2010» και αφορά στην εκτίμηση του κινδύνου για ανάπτυξη του διαβήτη της κυήσεως, από την πρώτη επίσκεψη της εγκύου. Οι γυναίκες που βρίσκονται σε πολύ μεγάλο κίνδυνο για διαβήτη κύησης, θα πρέπει να εκτιμώνται πριν μείνουν έγκυες.

    Τα κριτήρια πολύ υψηλού κινδύνου είναι τα παρακάτω:

    • Μεγάλη παχυσαρκία
    • Διαβήτης κύησης σε προηγούμενη κύηση, ή γένεση μωρού μεγάλου βάρους
    • Παρουσία γλυκοζουρίας
    • Παρουσία συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών
    • Οικογενειακό ιστορικό διαβήτη τύπου 2

    Όλες οι γυναίκες θα πρέπει να κάνουν έλεγχο, για διαβήτη κύησης μεταξύ 24ης και 28ης εβδομάδας. Ο έλεγχος θα πρέπει να γίνεται και σε όσες είχαν προηγούμενη εξέταση φυσιολογική στο πρώτο τρίμηνο, εκτός αν είναι χαμηλού κινδύνου.

    Κριτήρια χαμηλού κινδύνου είναι:

    • Ηλικία <25 ετών
    • Σωματικό βάρος φυσιολογικό πριν την εγκυμοσύνη
    • Φυλή χαμηλής συχνότητας Διαβήτη
    • Μη-γνωστός διαβήτης σε πρώτου βαθμού συγγενείς
    • Μη-γνωστό ιστορικό διαταραχής του μεταβολισμού της γλυκόζης
    • Χωρίς ιστορικό κακής μαιευτικής έκβασης

    Κατευθυντήριες οδηγίες Ενδοκρινολογικής Κοινότητας

    Τον Νοέμβριο του 2013 η Ενδοκρινολογική Κοινότητα δημοσίευσε καινούριες οδηγίες για τον διαβήτη στην κύηση. Οι οδηγίες είναι οι παρακάτω:

    • Όλες οι εγκυμονούσες που δεν έχουν διάγνωση διαβήτη, θα πρέπει να ελέγχουν το σάκχαρο νηστείας και την γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη, ή τουλάχιστον μια τυχαία μέτρηση σακχάρου στην πρώτη ιατρική επίσκεψη.
    • Μια τιμή νηστείας 120 mg/dl, ή υψηλότερη, μια τυχαία μέτρηση πάνω από 200 mg/dl και μια γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη >6,5% φανερώνουν την ύπαρξη διαβήτη (τύπου 1, τύπου 2). τιμές σακχάρου νηστείας μεταξύ 92-125 mg/dl φανερώνουν διαβήτη κύησης.
    • Όταν υπάρχει διάγνωση Διαβήτη θα πρέπει να γίνουν επιβεβαιωτικές εξετάσεις (γλυκόζη νηστείας, HbA1c, καμπύλη γλυκόζης)
    • Οι γυναίκες που δεν έχουν διάγνωση διαβήτη ή διαβήτη κύησης έως την 24η εβδομάδα, θα πρέπει να κάνουν καμπύλη σακχάρου με 75 γραμμάρια γλυκόζης, μέχρι την 28η εβδομάδα
    • Στις εβδομάδες 24-28 mg/dl της κύησης, ένα αποτέλεσμα 153-199 μετά από 2 ώρες 75γρ. καμπύλη γλυκόζης, φανερώνει διαβήτη κύησης. Αν οι τιμές είναι μεγαλύτερες από 200 mg/dl βάζει διάγνωση κανονικού διαβήτη
    • Η αρχική θεραπεία του διαβήτη κύησης θα πρέπει να είναι η αλλαγή του τρόπου ζωής με κατάλληλη διατροφή και άσκηση.
    • Εάν η διατροφή και άσκηση δεν ελέγξει τις τιμές σακχάρου, θα πρέπει να ξεκινήσει φαρμακευτική αγωγή
    • Οι γυναίκες που εμφανίζου διαβήτη κύησης θα πρέπει να κάνουν μια καμπύλη γλυκόζης 6-8 εβδομάδες μετά τον τοκετό, για να διερευνηθεί η ύπαρξη διαβήτη ή προδιαβήτη. Η καμπύλη γλυκόζης θα πρέπει να επαναλαμβάνεται πριν την επόμενη εγκυμοσύνη.
    • Μια λεπτομερή οφθαλμολογική εξέταση, για πιθανή ύπαρξη αμφιβληστροειδοπάθειας, θα πρέπει να γίνεται πριν την σύλληψη σε όλες τις γυναίκες που πάσχουν από διαβήτη τύπου 1, ή διαβήτη τύπου2. Αν υπάρχει διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, αυτή θα πρέπει να θεραπεύεται πριν την σύλληψη.

    Διαγνωστικά τεστ

    Ο καλύτερος τρόπος για να διαγνώσεις τον Διαβήτη Κύησης είναι ακόμα υπό συζήτηση. Στις ΗΠΑ συνιστάται η μέθοδος των δύο βημάτων:

    Βήμα 1ο : 50 γρ. γλυκόζης λήψη και μέτρηση γλυκόζης σε 1 ώρα (GCT)

    Βήμα 2ο : 100 γρ. γλυκόζης λήψη και καμπύλη σακχάρου για 3 ώρες (3-hour OGTT), για εκείνες που είχαν παθολογικό αποτέλεσμα στο πρώτο βήμα.

    Σε πολύ υψηλού κινδύνου γυναίκες θα πρέπει να γίνεται απ’ ευθείας καμπύλη σακχάρου των 100 γρ. για 3 ώρες (3-hour OGTT).

    Στο πρώτο βήμα υπάρχουν δύο τιμές σακχάρου που προτείνονται ως κατώφλι για φυσιολογικό αποτέλεσμα. Η πρώτη τιμή, που θεωρείται παθολογική είναι το 140 mg/dl και πάνω για την πρώτη ώρα. Υιοθετώντας την τιμή αυτή πιάνουμε το 80% των υπαρκτών περιστατικών διαβήτη κύησης. Εάν υιοθετήσουμε το χαμηλότερο όριο των 130 mg/dl, τότε πιάνουμε το 90% των περιστατικών. Το μειονέκτημα του χαμηλού ορίου είναι ότι αν το υιοθετήσουμε διπλασιάζουμε τις 3ωρες καμπύλες γλυκόζης.

    Σε σχέση με την 2ωρη καμπύλη γλυκόζης των 75 γρ., η 2-βημάτων καμπύλη είναι ανώτερη για την διάγνωση περισσότερων περιστατικών διαβήτη κύησης. Επίσης, η 2-βημάτων μέθοδος είναι πιο οικονομική για το υγειονομικό σύστημα, καθώς πολλές διαγνώσεις γίνονται από το 1ο βήμα, όταν η τιμή του σακχάρου 1 ώρα μετά τη λήψη 50 γρ. γλυκόζης, υπερβαίνει το 185 mg/dl.

    Άλλες εξετάσεις, όπως γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη, φρουκτοζαμίνη, τυχαίες μετρήσεις, δεν συνιστώνται, διότι έχουν χαμηλή ευαισθησία.

    Οι γυναίκες που θα κάνουν OGTT θα πρέπει να κάνουν διατροφή πλήρη σε υδατάνθρακες (>150 γρ. υδατανθράκων), για τουλάχιστον 3 ημέρες. Το προηγούμενο βράδυ θα πρέπει να καταναλώσουν το τελευταίο γεύμα 8-14 ώρες πριν την καμπύλη. Η εξεταζόμενη θα πρέπει να κάθετε σε όλη την διάρκεια του τεστ και να μην καπνίζει. Για να μπει η διάγνωση του διαβήτη κύησης θα πρέπει 2 ή περισσότερες τιμές θα πρέπει να ξεπερνούν τις τιμές του πίνακα παρακάτω:

    Χρόνος 100 γρ. γλυκόζης
    Νηστείας 95 mg/dl
    1η  ώρα 180 mg/dl
    2η  ώρα 155 mg/dl
    3η ώρα 140 mg/dl

    Οι γυναίκες που έχουν μόνο μια τιμή παθολογική από τις παραπάνω, έχουν κάποιου βαθμού διαταραχή και θα πρέπει να προσέχουν. Καλό είναι να ακολουθούν συγκεκριμένες οδηγίες διατροφής και άσκησης. Αν η παθολογική τιμή προκύπτει σε καμπύλη που έχει γίνει πριν την 26η εβδομάδα της κύησης, η καμπύλη θα πρέπει να επαναλαμβάνεται μετά από 4 εβδομάδες.

    Το τεστ πρόκλησης για την γλυκόζη (GCT) με 50 γρ, σε μια ώρα, όταν γίνεται μεταξύ της 12η και 26ης εβδομάδας της κύησης, δεν χρειάζεται το άτομο να είναι νηστικό. Μάλιστα το τεστ όταν γίνεται σε φάση νηστείας φαίνεται ότι δίνει ψευδώς υψηλές τιμές.

    Από έρευνες έχει βρεθεί ότι όταν η GCT γίνεται με αρχικό σάκχαρο νηστείας λιγότερο από 85 mg/dl, είναι απόλυτα αξιόπιστη.

  •  

     

    Διαβάστε Περισσότερα…

    ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ ΤΥΠΟΥ 1

    ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ ΤΥΠΟΥ 2

    ΔΙΑΒΗΤΙΚΟ ΠΟΔΙ

    ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ-ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ

    ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

    ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ

    ΜΑΘΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΙΑΒΗΤΗ

    ΠΑΡΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΗΤΗ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ

    ΡΥΘΜΙΖΟΥΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΗΤΗ, ΖΟΥΜΕ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΑ